απειλη (συνεχεια απο ενα αλλο μπλογκ και μια αλλη συζητηση)

πριν ενα χρονο και λιγο περισσοτερο.

χωρις να πολυσκεφτεις τον προορισμο. ξεκινας με το αυτοκινητο, απο την αθηνα, και οταν φτανεις στην κορυφη του λοφου πλησιαζοντας το μικρο λιμανι βλεπεις οτι μαλλον εχασες το καραβι που σε περναει απεναντι. και εχεις αλλη μιαν ωρα καιρο να δεις το μερος στην ακρη του τοπου που ζεις, αποκομμενο απο βουες ανθρωπων και μηχανων. ησυχια μεσημεριου.

το καραβι που θα ερθει ειναι αδειο. σχεδον αδειο. μεσα αυγουστου. μετά τον δεκαπενταυγουστο.

φτανεις στο απεναντι λιμανι, με ξενοδοχεια της δεκαετιας του 80 και οικογενειες να παραθεριζουν και παιδια με κουβαδακια, πλαστικα πολυχρωμα σωσιβια και τις γιαγιαδες να τα ακολουθουν απο μακρια με το βλεμμα τους.

και εσυ συνεχιζεις, περνας χαμηλους λοφους, ο ενας μπλεκεται μεσα στον αλλο και περα η θαλασσα

και πανω οι ψηλες κορυφες στεφανωμενες με αιολικες γεννητριες, ψηλες, ασπρες και αεικινητες.

εχει ανεμο και χαμηλη βλαστηση που πανε μαζι. θαμνους. πετρες. και εσυ συνεχιζεις.

κατι χωρια στη μεση αυτων των ογκων, σπιτια δηλαδη αριστερα και δεξια του δρομου.  καφενειο και μπακαλικο η αυλη του σπιτιου. δεν ειναι φτιαγμενος αυτος ο τοπος για τουριστες. οτι εφτιαξε ο θεος το εφτιαξε για ολα τα πλασματα.

οπως το ποταμι πλαι στο δρομο. μεσημερι.

και συνεχιζεις. και φτανεις αργα το απογευμα, με εκεινο το φως που ξεθωριαζει ο δυνατος ανεμος. μια τεραστια παραλια χωρις κοσμο. ολοι προφυλαγμενοι στις οχθες του ποταμου (ενος αλλου) κατω απο τα πλατανια. πολλοι με σκηνες και ενα κακο νεο στον αερα. στη μεση της παραλιας προκλητικά στη μεση, προκλητικά κοντά, καποιος εχει κανει αντιβαρο με βαρια κουτσουρα και πετρες.

το βραδυ η σκηνη θα φτανει μεχρι το προσωπο σου και η αμμος θα μπαινει απο τις ραφες, ο εκκωφαντικος ηχος της θαλασσας απο παντου. αποκοιμασαι μαλλον απο εξαντληση. ο ηχος αυτος ειναι πιο μεγαλος απο τη νυχτα. το πρωι το παιδι εχει χαθει και εσυ φευγεις.

και συνεχιζεις. οπου συναντας ανθρωπους σου μιλουν για το ιδιο.

και φτανεις σε ενα αλλο ανοιγμα της γης

προφυλαγμενος απο τον δυνατο αερα απο δυο βραχους που κλεινουν σαν παρενθεση την μικρη παραλια. ο αερας ειναι ομως εκει, ακουμπα σαν αορατος γιγαντας στις σκηνες μας.

δεν παιζεις με τη θαλασσα.

ομως

ακολουθωντας το ποταμι (ενα αλλο παλι) που καταληγει στην θαλασσα φτανεις εδω

και βαζεις το κεφαλι στο παγωμενο νερο και σκεφτεσαι τιποτα καλυτερο.

δεν παιζεις με τη θαλασσα. ξεκινας και παλι.

αγριος τοπος. αγρια ζωα

το καβο ντορο με συννεφια ειναι ακομα πιο αποκοσμο

στην ακρη του ενα ενθυμιο ενος ναυαγιου. απολυτο μερος.

φευγεις. τοτε ή μιαν αλλη μερα. δε θυμαμαι πια καλά. μεσα απο χωματοδρομους και ηπιες στροφες μεσα απο δαση και διπλα σε γκρεμους.

το απολυτο κοκκινο. βατομουρα και συκομουριες παντου. αυτη την γευση δε θα την ξεχασω ποτε. ουτε το χρωμα.

και το καστελο ροσο

ποσο προσπελασιμο μπορει να ειναι? τα δεντρα δεν μεγαλωνουν κατακορυφα και εσυ περπατας σκυφτά. μετά απο μερες αρχιζεις και καταλαβαινεις. πιο δυνατος απο τους ανθρωπους.

και συνεχιζεις

ποσο να παιξεις με τη θαλασσα? εχεις καταλαβει κοιμασαι πια με τα ποδια στον ηλιο και το κεφαλι στη σκια και ακους τα κυματα. ηρεμησες.

συνεχιζεις για αλλου

αλλος προσανατολισμος.

βρισκεις το ιδανικο μερος για να επιστρεψεις το βραδυ. και δεν φανταζεσαι οτι εδω μετα το απογευμα ο καιρος θα αγριευσει αποτομα. η αλλη παρεα θα κοιμηθει μεσα στο βανακι και εσυ θα περιμενεις για αλλη μια φορα να εξαντληθεις και να μην ακους.

την αλλη μερα ανακαλυπτεις ενα απανεμο μερος . ακριβως διπλα.

ησυχα πια. ο καιρος αλλαζει. οταν φευγεις ανεβαινει η θερμοκρασια και πεφτουν οι ανεμοι. τυχαινει.

μεσα στο χειμωνα συνειδητοποιεις οτι δεν θες να ακους τον αερα τη νυχτα. δεν τον αντεχεις να απειλει τη νυχτα σου. ειναι πολυ πιο δυνατος απο αυτο που ειχες ζησει στην πολη σου. στις διακοπουλες σου, στα ταξιδακια σου. σχεδον φοβασαι.

και ξερεις ποσο αποφευγεις τον φοβο. ο φοβος σου ειναι ο ιδιος. απλως πηρε αλλη μια μορφή.

υγ: χθες βραδυ εφυγε ενας απο τους δασκαλους μου. μια απο τις διαφωνιες μας ηταν ο φοβος. εκανε κινηματογραφο. καλο ταξιδι.

πια -μονο αυτά- antonio tabucchi

αγαπημενος απο το πρωτο βιβλιο του που επεσε στα χερια μου. αγαπημενη και η πιζα και η πορτογαλια. αγαπημενος γιατι βρηκε πατριδα καπου αλλου, γιατι χανεται μεσα στις εικονες του και βρισκεται μεσα στις λεξεις του

αγρα

μια φωτια

εμοιαζε με τα πλοια της γραμμης που αραζουν μεσανυχτα στα λιμανια

αλλα δεν ηταν σαν ολα τα αλλα, ηρθε και εδωσε μια λυση και ειχε γυρω του την αγωνια

και οταν εβαλα τα ματια που πια μου ειναι αναγκαια για να φιλτραρω την πραγματικοτητα

ειμουν πια σιγουρη . ειχε παρει φωτια

και ενα πυροτεχνημα

δεν πηραν τιποτα

τοιχος καθαρος -λαος μουγκος

μια πολη που παρα τον τουρισμο της ειχε δικη της ζωη, εναν πυργο που τα σπαει (or that rocks), κοσμο στους δρομους ολη τη μερα, αλλα το βραδυ ακομα περισσοτερο, να τον κραταει η συνηθεια του καπνισματος εξω στις πλατειες, στα σκαλακια, πανω στις βεσπες.

ηταν μια πολη με βρωμικους τοιχους ,

αλλα καθαρες συνειδησεις .

αυτο το εγραψα σημερα, απεναντι το πειρατικο κιτς μπαρ μπλε λιμνη εχει βαλει μουσικη. απ εξω ενας ελεφαντας και μια καμηλοπαρδαλη κραζουν αθελα τους τουριστες .